τμητός

τμητός
η , ό[ν]
1) поддающийся расчленению, расчленимый; 2) отрезанный; отрубленный; рассечённый (на части)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "τμητός" в других словарях:

  • τμητός — cut masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τμητός — ή, ό / τμητός, ή, όν, ΝΑ 1. κομμένος 2. αυτός που μπορεί να τμηθεί, να κοπεί ή να σχιστεί αρχ. χωρισμένος σε μερίδια, σε τεμάχια. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. τμη τού τέμνω* (βλ. λ. τμή γω) + κατάλ. τός*] …   Dictionary of Greek

  • τμητόν — τμητός cut masc acc sg τμητός cut neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τμητοῖς — τμητός cut masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τμητοῖσι — τμητός cut masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τμητούς — τμητός cut masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τμητή — τμητός cut fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τμητῷ — τμητός cut masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεσσαλότμητος — και αττ. τ. θετταλότμητος, ον (Α) (για κρέας) αυτός που έχει κοπεί σαν να πρόκειται να τόν φάει Θεσσαλός, δηλ. ένας λαίμαργος. [ΕΤΥΜΟΛ. < Θεσσαλός + τμητός (< τμητός < τέμνω), πρβλ. ά τμητος, δορί τμητος] …   Dictionary of Greek

  • λαιμότμητος — λαιμότμητος, ον (Α) 1. (για κεφάλι) κομμένος από τον λαιμό («οὐ γὰρ τὸ λαιμότμητον εἰσορᾷς κάρα Γοργόνος», Ευρ.) 2. αυτός που συσφίγγει τον λαιμό, αυτός που πνίγει («ὡς ἐκρεμάσθην λαιμότμητα ἄχη», Αριστοφ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < λαιμός + τμητός (<… …   Dictionary of Greek

  • μοριότμητος — μοριότμητος, ον (Α) απόκοπος*, ευνουχισμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < μόριον «γεννητικό ανδρικό όργανο» + τμητός (< τέμνω), πρβλ. λαιμό τμητος, χειρό τμητος] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»